Συνέντευξη στον Κώστα Αγοραστό (Βook Press)
Η κυρία Μάρω Δούκα, με αφορμή το
τελευταίο της βιβλίο "Γιατί εμένα η ψυχή μου" (εκδ. Πατάκη) μας μίλησε
για τα διηγήματά της, τις επανεκδόσεις των βιβλίων της αλλά και τους
συγγραφείς που αγαπά.
Το τελευταίο σας βιβλίο είναι συλλογή διηγημάτων. Ποιος είναι ο κοινός τόπος όπου συναντιούνται όλες αυτές οι ιστορίες;
Μέσα από τη δική μου, εννοείται, οπτική, κοινός τόπος στα περισσότερα από τα δεκαεπτά πεζογραφήματα του Γιατί εμένα η ψυχή μου
θα μπορούσε να είναι η διαδρομή προς το «σήμερα» και την κρίση που
ερχόταν… Καθώς τα ταξινομούσα για τη συγκεκριμένη έκδοση, ένιωθα ότι, αν
μη τι άλλο, απηχούν με τον τρόπο τους, και όπως εγώ κάθε φορά
προσλάμβανα, το κλίμα και το πνεύμα της εικοσαετίας (1989-2009) κατά την
οποία γράφτηκαν.
Τα περισσότερα διηγήματα της
συλλογής γράφτηκαν στο παρελθόν «κατά παραγγελία», είτε για λογοτεχνικά
περιοδικά είτε για συλλογικούς τόμους. Πόσο δελεαστικό είναι να σας
θέτουν το θέμα και να σας ζητάνε μια ιστορία;
Πιθανόν αν δεν μου είχαν «παραγγελθεί»
να μην τα έγραφα ποτέ, εκ των υστέρων όμως αισθάνομαι ότι έτσι ή αλλιώς
υπήρχαν μέσα μου. Και μ’ αυτό θέλω να πω ότι τη συγκεκριμένη
«παραγγελία» κάθε φορά την «προσάρμοζα» σε μια δική μου ανάγκη, σαν να
ήμουν έτοιμη εκείνη ακριβώς τη στιγμή να γράψω αυτήν ακριβώς την
ιστορία. Παράδειγμα Η μνήμη του νερού. Τι μου είχε ζητηθεί
Νοέμβριο του 2001; Μια ιστορία για τη θεματική ενότητα «Μοναχικά
ανδρόγυνα». Κι εγώ κάθισα κι έγραψα έναν εσωτερικό μονόλογο για την
πτώση των δίδυμων πύργων στις 11 Σεπτεμβρίου. Ήταν ο δικός μου τρόπος να
«διαχειριστώ» μέσα μου την απελπισία εκείνου του παγιδευμένου άντρα
καθώς, κρεμασμένος σχεδόν έξω από το παράθυρο του ουρανοξύστη, ανέμιζε
ένα άσπρο μαντιλάκι καλώντας σε βοήθεια… Ή το άλλο πεζογράφημα Ταξιδεύοντας με μια φωτογραφία,
που μου είχε ζητηθεί για τη θεματική ενότητα «Φωτογραφία» από το
περιοδικό «η λέξη». Θα μπορούσα να επιλέξω μια όποια να ’ναι φωτογραφία,
αλλά εγώ επέλεξα τη φωτογραφία του κομαντάντε Μάρκος, επειδή τότε,
άνοιξη του 2002, ήθελα εξάπαντος να γράψω για τους Ζαπατίστας στο
Μεξικό… Αξίζει να διευκρινίσω επίσης ότι τα δυο πρώτα διηγήματα του
βιβλίου Το βλέμμα του παιδιού και Χαμηλή πτήση, γραμμένα το 2009, αν και δεν μου είχαν ζητηθεί, γράφοντάς τα από δική μου ανάγκη, τα έγραψα σαν να μου είχαν ζητηθεί…
Έχετε κάποιο διήγημα που να το αγαπάτε ιδιαίτερα; Και αν ναι, γιατί και ποιο είναι αυτό;
Ο παραληρηματικός μονόλογος Η μνήμη του νερού θα
μπορούσε να είναι ένα από αυτά, κυρίως για το πώς, εντελώς αυτόματα, εν
μέσω χάους, έπιασα την άκρη του νήματος για μιαν αφήγηση (και αφήγηση
πρωτίστως σημαίνει: επιβάλλω τάξη στο χάος) της Νέας Υόρκης… Όπως θα
μπορούσε επίσης να είναι ο θεατρικός μονόλογος Σας αρέσει ο Μπραμς;
προσπαθώντας να «διεισδύσω», μέσω της γλώσσας κυρίως, στη μικρή ιστορία
μιας νεαρής Ουκρανής που έπεσε θύμα του τράφικινγκ στη δεκαετία του ’90
από δικούς μας επιτήδειους… Αλλά το τρυφερά αγαπημένο μου είναι το
χριστουγεννιάτικο και με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη Ρολογάκι χειρός,
ένα διήγημα που έγραψα για την «Καθημερινή» το 2007 με τη σκέψη μου σε
μια Ρωσίδα οικονομική μετανάστρια αλλά και στη μητέρα μου, την
«εσωτερική» μετανάστρια της δεκαετίας του ’50 (μόλις πριν από λίγους
μήνες την είχα χάσει), κι έμεινα έκτοτε με την αίσθηση ότι χάρη σ’ αυτό
το κειμενάκι μπόρεσα να τοποθετήσω για πάντα μέσα μου τις οφειλές μου σ’
αυτήν…
Αρκετά από τα διηγήματα της
συλλογής έχουν ως αφορμή γεγονότα της επικαιρότητας. Μιλήστε μου για το
πώς διαλέγετε, κάθε φορά, το υλικό σας από τις εφημερίδες.
Δεν διαλέγω εγώ το υλικό μου, αυτό με
διαλέγει… Θέλω να πω, δεν υπάρχει κάποια ειδική διαδικασία ή μέθοδος.
Απαραίτητη προϋπόθεση πάντως θα πρέπει να είναι η συνάντηση της δικής
μου ανάγκης με το εξωτερικό ερέθισμα ή και το αντίστροφο: Η εγγενής
δυναμική του εξωτερικού ερεθίσματος να είναι σε θέση να ανακινήσει μέσα
μου την ανάγκη να ασχοληθώ μαζί του.
