Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Music paintings by George Braque


                                                               Aria de Bach 1913

                                                                              Homage to J. S. Bach 1912-13

                                                                           Still life BACH 1912



    Μεταξύ 1908 και 1914 πολλοί από τους κυβιστικούς πίνακες του Georges Braque, έκαναν αναφορές στον Bach στους τίτλους τους, όπως «Hommage» à Bach '«Aria de Bach», «Still-Life Bach» κ.λπ.… Ο Μπράικ ήταν κλασικά εκπαιδευμένος βιολιστής και τμήματα βιολιών εμφανίζονται σε πολλά από τα «μουσικά» έργα του, ιδίως στους πίνακες του «κολάζ», όπου χρησιμοποιεί κατακερματισμένα κομμάτια. έξω από χαρτί με κόκκους ξύλου που προσομοιώνει το φινίρισμα των πραγματικών βιολιών. Το κατασκεύασμα του φούγκα είχε επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτόν. Στους πίνακες του, τα αντικείμενα που παριστάνονται γίνονται ένα μουσικό κατασκεύασμα που υπάρχει και αλληλεπιδρά σε διαφορετικά επίπεδα μέσω σκιών, σχεδίων, χρώματος, όγκου, μάζας, γραμμής και βάρους, τα οποία ο θεατής πρέπει να ενσωματώσει σε μια σύνθεση, όπως ακριβώς ο ακροατής θα μπορούσε να αποδώσει παρόμοιες κατασκευές. στο Μπαχ.

















    "Δεν υπάρχει στην τέχνη παρά ένα πράγμα που αξίζει: αυτό που δεν μπορεί να εξηγηθεί", υποστήριζε ο Ζωρζ Μπρακ

    Georges Braque, (13 Μαΐου 1882 – 31 Αυγούστου 1963)
    Οι πρώτες καλλιτεχνικές σπουδές ξεκίνησαν στη Χάβρη, στη Δημοτική Καλλιτεχνική Σχολή της οποίας φοίτησε. Εκεί συνάντησε με τους Οτόν Φρίτζ (Othon Friesz)και Ραούλ Ντυφύ (Raoul Dufy) με τους οποίους συνέχισε τη φιλία του στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε το 1902. Γνώρισε το έργο του Βαν Γκόγκ (Van Gogh) και παρακολούθησε μαθήματα στην Ακαδημία Υμπέρ (Academie Humbert) με συμμαθητές τους Φρανσίς Πικάμπια (Francis Picabia) και Μαρί Λωρανσέν (Marie Laurencin). Το 1903 παρακολούθησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα το εργαστήριο του Λεόν Μποννά (Leon Bonnat) στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου φοιτούσαν ήδη οι Φριτζ και Ντυφύ. Η αυστηρά ακαδημαϊκή διδασκαλία του Μποννά δεν προσιδίαζε στις αναζητήσεις του και εγκατέλειψε σύντομα τις σπουδές του.

    Έρχεται σε επαφή του με την πρωτοποριακή τέχνη της εποχής το 1905, όταν επισκέπτεται το Σαλόνι του Φθινοπώρου και βλέπει τα έργα του Ντεραίν και του Ματίς. Γνωρίζεται επίσης με μέλη του « Κύκλου για τη Μοντέρνα Τέχνη» («Cercle de l’ Art Moderne»). Εκθέτει για πρώτη φορά το 1906 στο Σαλόνι των Ανεξαρτήτων και ακολουθούν έργα με επιρροές από τους φωβιστές. Ο Απολλιναίρ τον συστήνει στον Πικάσο. Γνωρίζεται επίσης με τον γκαλερίστα Ντανιέλ-Ανρί Κανβάιλερ (Daniel-Henry Kahnweiller). Ταξιδεύει στο Εστάκ (Estaque) και εγκαταλείπει σταδιακά το χρώμα των φωβιστών, ενώ επηρεάζεται από το έργο του Σεζάν (Cezanne). Το 1907 βλέπει στο εργαστήριο του Πικάσο τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν» και εντυπωσιασμένος ζωγραφίζει το «Μεγάλο γυμνό». Η οργάνωση των όγκων και η χρήση του χρώματος φανερώνουν τη συγγένειά του με το έργο του Πικάσο. Ζωγραφίζει τα πρώτα κυβιστικά έργα το 1908 μετά από ένα ακόμη ταξίδι στο Εστάκ, τα οποία θα εκτεθούν στην γκαλερί του Κανβάιλερ.

    Θα ακολουθήσουν οι νεκρές φύσεις με τα μουσικά όργανα που εγκαινιάζουν την περίοδο του αναλυτικού κυβισμού. Μέχρι το 1912 πειραματίζεται με τη χρήση γραμμάτων του αλφαβήτου στα έργα του και με την ανάμειξη άμμου στο χρώμα του. Στο διάστημα αυτό συναντιέται καθημερινά με τον Πικάσο. Και οι δύο καλλιτέχνες αρχίζουν να χρησιμοποιούν διάφορα εξωζωγραφικά υλικά στα έργα τους για να καταλήξουν στα έργα με κολλά και ζωγραφική. Οι πειραματισμοί τους θα συνεχισθούν μέχρι το 1914 που ο Μπρακ καλείται να υπηρετήσει στο γαλλικό στρατό. Ένα σοβαρό τραύμα στο κεφάλι θα τον αφήσει για μεγάλο διάστημα τυφλό. Θα ασχοληθεί και πάλι με τη ζωγραφική μετά το 1916, και μέχρι το 1918 θα συνεχίσει να δουλεύει στο πνεύμα του αναλυτικού κυβισμού. Τα επόμενα χρόνια οι διαστάσεις των έργων του μεγαλώνουν και ασχολείται για πρώτη φορά με τη χαρακτική.
    Στα μέσα της δεκαετίας θα υιοθετήσει ένα νεοκλασιστικό ύφος σαν απάντηση στο χάος που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. Θα ασχοληθεί επίσης με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία συνεργαζόμενος με τα «Ρώσικα Μπαλέτα» («Ballets Russes»). Το 1929 θα κτίσει ένα εξοχικό σπίτι στο χωριό Varengeville-sur-Mer της Νορμανδίας. Τα καλοκαίρια που περνά εκεί τον οδηγούν εκεί σε τοπία μικρού μεγέθους. Το μοτίβο των επαναλαμβανόμενων καμπυλόγραμμων περιγραμμάτων θα τον οδηγήσει στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών αγγείων στο Μουσείο του Λούβρου. Το 1932 εικονογραφεί τη «Θεογονία» του Ησίοδου μετά από παραγγελία του Αμπρουάζ Βολλάρ (Ambroise Vollard). Σταδιακά η χρωματική του γκάμα μεταβάλλεται. Ξεκινούν οι σειρές έργων με θέμα το ατελιέ του και οι «Vanitas».

    Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο ζωγράφος περνά ένα διάστημα απραξίας για να ζωγραφίσει στη συνέχεια εσωτερικά δωματίων ή νεκρές φύσεις χρησιμοποιώντας σκοτεινά χρώματα. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στην Varengeville και λίγο αργότερα ασχολείται με την έγχρωμη λιθογραφία. Μέχρι το 1956 ολοκληρώνει εννέα σειρές έργων με θέμα το εργαστήριό του. Το 1953 καλείται να διακοσμήσει την οροφή της ετρουσκικής αίθουσας στο μουσείο του Λούβρου. Τα τελευταία έργα του είναι τοπία μικρών διαστάσεων με έντονη αναγλυφικότητα και ροπή προς την αφαίρεση.
    Δημιουργός του κυβισμού μαζί με τον Πικάσο, επηρέασε με τους πειραματισμούς του όλη τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή τέχνη.