Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Dante Gabriel Rossetti


Dante Gabriel Rossetti, 12 Μαΐου 1828  9 Απριλίου 1882) ήταν Άγγλος ποιητής, ζωγράφος και μεταφραστής.





Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι 

Γιος του Ιταλού μετανάστη ποιητή Γκάμπριελ Ροσέτι, ο Ντάντε γεννήθηκε στο Λονδίνο. Η οικογένειά του και οι φίλοι του τον φώναζαν Γκάμπριελ, αλλά στα δημοσιευμένα έργα του έβαζε πρώτο το όνομα Ντάντε, λόγω των λογοτεχνικών συσχετισμών με τον Ιταλό ποιητή Δάντη. Ήταν αδερφός της ποιήτριας Κριστίνα Ροσέτι και του κριτικού Ουίλιαμ Μάικλ Ροσέτι, και ιδρυτής της Προ-Ραφαηλιτικής Αδερφότητας, μαζί με τους Τζων Έβερετ Μίλαι και Ουίλιαμ Χόλμαν Χαντ.

Από πολύ μικρή ηλικία, έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Όπως όλα τα αδέρφια του, ήθελε να γίνει ποιητής. Ωστόσο, πιο πολύ φιλοδοξούσε να γίνει ζωγράφος, και έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στην Ιταλική Μεσαιωνική τέχνη. Μαθήτευσε κοντά στον ζωγράφο Φορντ Μάντοξ Μπράουν, με τον οποίο διατήρησε στενή φιλία σε όλη του τη ζωή.

Μετά την έκθεση του πίνακα του Χόλμαν Χαντ The Eve of St. Agnes, ο Ροσέτι επιζήτησε την φιλία του Χαντ. Ο πίνακας ήταν η απεικόνιση ενός ποιήματος του τότε όχι και τόσο γνωστού ποιητή Τζον Κιτς. Το ποίημα του ίδιου του Ροσέτι με τίτλο "The Blessed Damozel" αποτελούσε μίμηση του Κιτς, και έτσι ο Ροσέτι πίστεψε πως ο Χαντ ίσως συμμεριζόταν τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά του ιδανικά. Μαζί διαμόρφωσαν τη φιλοσοφία της Προ-Ραφαηλιτικής Αδερφότητας. Ο Ροσέτι ενδιαφερόταν πάντα περισσότερο για τα μεσαιωνικά παρά για τα σύγχρονα στοιχεία του κινήματος αυτού. Είχε δημοσιεύσει μεταφράσεις του Δάντη και άλλων Ιταλών ποιητών του Μεσαίωνα, και προσπαθούσε να 

Ωστόσο, οι πρώτοι πίνακες του Ροσέτι χαρακτηρίζονται από το ρεαλισμό του Προ-Ραφαηλιτικού κινήματος (όπως οι πίνακες "Girlhood of Mary, Virgin" και "Ecce Ancilla Domini" ). Αργότερα, άρχισε να προτιμά περισσότερο συμβολικές και μυθολογικές εικόνες, παρά ρεαλιστικές. Αυτό ισχύει και για την μεταγενέστερη ποίησή του.

Αν και είχε την υποστήριξη του Τζον Ράσκιν, η κριτική προς τους πίνακές του τον έκανε να αποσυρθεί από τις δημόσιες εκθέσεις, και να στραφεί προς την πώληση των έργων του σε ιδιώτες. Τα έργα του της δεκαετίας 1850 ήταν εμπνευσμένα από ποιήματα του Δάντη Αλιγκιέρι, όπως το La Vita Nuova (το οποίο ο Ροσέτι είχε μεταφράσει στα αγγλικά) και από το βιβλίο του Τόμας Μάλορι Morte d'Arthur. Το όραμά του σχετικά με τους μύθους του Αρθουριανού κύκλου και το μεσαιωνικό σχέδιο ενέπνευσε και τους φίλους του εκείνης της εποχής, Ουίλιαμ Μόρις και Έντουαρντ Μπερν Τζόουνς.

Αυτές οι εξελίξεις προκλήθηκαν από γεγονότα της προσωπικής του ζωής, και συγκεκριμένα από τον θάνατο της συζύγου του Ελίζαμπεθ Σίνταλ, η οποία είχε πάρει υπερβολική δόση λαβδάνου, όταν το παιδί της γεννήθηκε νεκρό. Ο Ροσέτι υπέφερε από κατάθλιψη, και έθαψε το μεγαλύτερο μέρος των αδημοσίευτων ποιημάτων του στον τάφο της στο Κοιμητήριο Highgate. Εξιδανίκευσε την εικόνα της ως Βεατρίκη του Δάντη σε αρκετούς πίνακες όπως στη "Ευτυχισμένη Βεατρίκη" ("Beata Beatrix").

Αυτοί οι πίνακες επρόκειτο να αποτελέσουν μεγάλη επιρροή στην διαμόρφωση του κινήματος του Ευρωπαϊκού συμβολισμού. Η απεικόνιση των γυναικών ήταν σχεδόν μανιωδώς στυλιζαρισμένη. Είχε την τάση να απεικονίζει την νέα ερωμένη του Φάνι Κόρνφορθ ως την επιτομή του ερωτισμού, ενώ μία άλλη ερωμένη του, την Τζέιν Μπέρντεν, σύζυγο του συνεργάτη του Ουίλιαμ Μόρις, ως αιθέρια θεά.

Το 1871, μετά από παρότρυνση των φίλων του, ο Ροσέτι ανέσυρε τα ποιήματά του από τον τάφο της γυναίκας του και τα δημοσίευσε. Η δημοσίευσή τους δημιούργησε αντιπαραθέσεις, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι χαρακτηρίζονταν από υπερβολικό ερωτισμό και αισθησιασμό.

Προς το τέλος τη ζωής του, ο Ροσέτι είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του εθισμού του στα ναρκωτικά και την δική του πνευματική αστάθεια, που χειροτέρευε από την αντίδρασή του στην σκληρή κριτική προς τα ποιήματά του που είχε ανασύρει από τον τάφο της γυναίκας του. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια απομονωμένος. Πέθανε στο Κεντ της Αγγλίας.

από 

Βικιπαίδεια

https://www.wikiart.org/en/dante-gabriel-rossetti

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Για τη Γιορτή της Μητέρας

Honoré  Daumier 1808-1879


Η μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα"

Κείμενο από την αραβική λογοτεχνία- του Abbas Mahmoud al Akkad


Η μάνα μου, μού είπε ψέματα οχτώ φορές

Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση μου - ήμουν μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής.

Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες μας…

Όταν καμια φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό

Η μάνα μου, μού έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, 

ενώ κένωνε Το πιάτο της στο δικό μου:

Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω…

Αυτό ήταν το πρώτο της ψέμα…

Όταν μεγάλωσα λίγο, η μάνα μου πήγαινε, αφού τελείωνε με τις δουλειές του σπιτιού,

Στο διπλανό ποτάμι για ψάρεμα, με την ελπίδα να πιάσει ένα ψάρι για να με βοηθήσει

Στην ανάπτυξη του σώματός μου - κι όταν μια φορά έπιασε δύο ψάρια,

Έτρεξε στο σπίτι και ετοίμασε το φαγητό και έβαλε τα δυο ψάρια μπροστά μου

Εγώ άρχισα να τρώω το πρώτο ψάρι κι αυτή έτρωγε ότι περίσσευε από το κρέας και τα αγκάθια,

Η καρδιά μου ράγισε γι` αυτήν, της έβαλα το δεύτερο ψάρι μπροστά της να το φάει

Αυτή όμως μου το επέστρεψε αμέσως λέγοντας:

Φάγε παιδί μου και το δεύτερο ψάρι… δεν το ξέρεις ότι δεν μ` αρέσουν τα ψάρια...

Αυτό ήταν το δεύτερό της ψέμα

Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά λεφτά δεν είχαμε γι` αυτό…

Η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια συμφωνία

Να γυρνάει στα σπίτια και να πουλάει τα ρούχα στις γυναίκες.

Ένα βροχερό βράδυ η μάνα μου άργησε στη δουλειά της

Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να τη βρω

Την βρήκα να κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες

Της φώναξα: μάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι πολύ αργά και κάνει πολύ κρύο

Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί…

Αυτή χαμογέλασε λέγοντας: μα δεν είμαι κουρασμένη παιδί μου…

Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα…

Μια μέρα είχα τις εξετάσεις του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει μαζί μου...

Εγώ μπήκα στην τάξη, ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο…

Όταν βγήκα με αγκάλιασε με στοργή και αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία

Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα..

Παρόλο που η αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο κρύα και πιο ασφαλής.

Ξαφνικά κοίταξα τη μάνα μου και είδα το πρόσωπό της να ιδρώνει από την πολλή ζέστη,

Αμέσως της έδωσα το ποτήρι λέγοντας: πιες μάνα

Αυτή μου απάντησε: πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω…

Εκείνο ήταν το τέταρτο ψέμα που μου είπε…

Μετά το θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να ζήσει ως χήρα και μάνα

Με όλες τις ευθύνες του σπιτιού,

Τώρα πια έπρεπε αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας.

Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε από πείνα,

Ο θείος μου έμενε δίπλα μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με όσα μπορούσε

Όταν οι γείτονες είδαν την κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν άντρα

Για να μας βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή

Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα λέγοντας τους:

Δεν έχω ανάγκη για αγάπη..

Εκείνο ήταν το πέμπτο της ψέμα…

Όταν τελείωσα τις σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα μια δουλειά

Αρκετά καλή, και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να ξεκουραστεί και να αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού,

Εκείνη τότε δεν είχε τη δυνατότητα να γυρνάει στα σπίτια να πουλάει τα ρούχα,

Οπότε πήγαινε κάθε πρωί λίγα λαχανικά στην αγορά και τα πούλαγε

Όταν δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά, της αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου,

Η μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά και μου είπε:

Παιδί μου, κράτησε τα λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου φτάνουν…

Ήταν η έκτη φορά που μου είπε ψέματα.

Μαζί με τη δουλειά μου, συνέχισα τις σπουδές ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό…

Πέρασα και αυξήθηκε ο μισθός μου,

Η εταιρία στην οποία δούλευα μου έδωσε την ευκαιρία για εργασία στη Γερμανία, ένιωσα μεγάλη χαρά. άρχισα να ονειρεύομαι μια καινούργια και ευτυχισμένη ζωή,

Αφού ταξίδεψα και προετοίμασα το έδαφος,

Επικοινώνησα με τη μάνα μου και την κάλεσα να έρθει να ζήσει μαζί μου. Αυτή όμως, δεν ήθελε να μ` ενοχλήσει, έτσι μου είπε:

Παιδί μου, εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή της πολυτέλειας…

Αυτό ήταν το έβδομο της ψέμα..

Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε καρκίνο,

Έπρεπε να είχε δίπλα της κάποιον για να την φροντίζει,

Μα τι να κάνω που ήμουν πολύ μακριά;

Άφησα λοιπόν τα πάντα και πήγα να την επισκεφτώ

Στο σπίτι μας την βρήκα καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε εγχειριστεί

Όταν με είδε προσπάθησε να χαμογελάσει

Η καρδιά μου όμως είχε ραγίσει επειδή ήταν πολύ αδύνατη και πολύ αδύναμη,

Δεν ήταν η μάνα μου που ήξερα,

Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου,

Η μάνα μου προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντας:

Μην κλαις παιδί μου, εγώ δεν πονάω..

Αυτό ήταν το όγδοό της ψέμα,  Κι αφού μου τα `πε αυτά, έκλεισε τα μάτια της  και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά.


Ο πίνακας είναι του γάλλου ζωγράφου  Ονόρε Ντωμιέ (Honoré  Daumier 1808-1879)